Άγνωστες οι βουλές του φιλάθλου και πολλές φορές ο δημοσιογράφος έχει στο πιάτο την αλήθεια, αλλά δεν ξέρει τι να την κάνει. Υποτίθεται ότι κάνει καλά τη δουλειά του εκείνος που μπορεί να αποδείξει ή να επιχειρηματολογήσει σ’ αυτά που λέει και γράφει. Πολλές φορές μετράει αυτό, άλλες πάλι χρειάζεται πατριωτισμός και «ζήτω». Το ποιος είναι ο σωστός δημοσιογράφος και ποιος ο αποδεκτός είναι μεγάλη κουβέντα και σιγά μην κάτσουμε μέσα στο κατακαλόκαιρο να το αναλύσουμε.

Το φαινόμενο, πάντως, του δημοσιογράφου σαλιάρη μπαίνει στα φόρτε του σε μεγάλες διοργανώσεις. Σε αθλήματα ειδικά που ο τηλεθεατής έχει μαύρα μεσάνυχτα ο δημοσιογράφος μπορεί να φτάσει να εξιστορήσει μέχρι και πέταγμα γαϊδάρου. Παρακολουθείς ένα άθλημα που ο αθλητής της χώρας σου τερματίζει με τα χίλια ζόρια και αυτός που μεταδίδει το πανηγυρίζει λες και πήρε το χρυσό. Στο μεταξύ ο πρώτος της κούρσας το έχει ήδη γιορτάσει, έχει κάνει μπάνιο και πιστολάκι και ντύνεται να πάει για καφέ, την ώρα που ελέησε να τερματίσει και ο δικός σου, όμως ο δημοσιογράφος στο παρουσιάζει ως μεγάλη διάκριση. Και σου λέει πως ο αθλητής σου ξεπέρασε τόσα λεπτά τον ταλαίπωρο από το Τάι Πέι, που στο μεταξύ αυτός τερματίζει όταν ο πρώτος βρίσκεται ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο καπέλο.

Μέσα στον προβληματισμό αυτό σκάει και η ανακοίνωση των Warriors που σε βάζει σε σκέψεις. Διχάζεσαι αν πρέπει να την προβάλεις ή όχι κι αν τελικά το κάνεις τουλάχιστον να μην τη σχολιάσεις. Γιατί αν πεις τα δίκια τους ξεχνάς το ενδεχόμενο να έρθει η σειρά σου να μπεις και συ στο Δυο Σου του Παναιτωλικού κι αν κατηγορήσεις τους οργανωμένους για διχασμό, απλά θα αισθανθείς νούμερο αν έχεις λίγη τσίπα. Κι όποιος τους κατηγορεί, μπορεί να το κάνει μόνο για την σκληρή γλώσσα, γιατί κατά τα άλλα όσα λένε -ποιος λίγο ποιος πολύ- όλοι τα έχουν πει τον τελευταίο καιρό.

Πατριωτισμός δεν χωράει εδώ. Και παρότι κοντραρίστηκα παραπάνω απ’ ότι έπρεπε με τον Κωστούλα στη Συνέντευξη για το φιλότιμο των φιλάθλων, είδα και αναλαμπές που σε κάνουν πιο αισιόδοξο. Μόνο που οι οργανωμένοι δεν ήταν εκεί για να το δουν. Ούτε θα τους δικαιολογήσω σε ότι κάνουν, δεν είμαι απ’ τους δικούς τους άλλωστε, ούτε θα τους κατηγορήσω πως κάνουν κόντρα για την κόντρα. Πολύ περισσότερο δεν θα κάνω το διαιτητή: σαν τον φωτογράφο που πριν ενάμισι χρόνο θίχτηκε και βγήκε στην εκπομπή μου όταν κατηγορούσα τους Γιαννιώτες στην φουστιά του Φουρτάδο και προχθές ήρθε να το παίξει ενωτικός Παναιτωλικάρας, που μέσα στη γλίτσα είπε και μίζερους όσους γκρινιάζουν με τα καμώματα της ΠΑΕ.

Ο Κωστούλας έχει καταλάβει τα επικοινωνιακά λάθη του, έτσι θέλω να πιστεύω, κάνει όμως καινούρια. Εκεί που πήγε να μαζέψει τα όσα είχε πει, έφαγε τη πετριά και έκανε το χειρότερο όλων. Κάτι που όλοι οι πρόεδροι το έχουν στο μυαλό τους, αλλά δεν το λένε και όταν το λένε την πληρώνουν. Όταν ως πρόεδρος μιλάς σε πρώτο ενικό και όχι σε πρώτο πληθυντικό για την ομάδα και λες «πληρώνω πρόστιμα», αντί να πεις «πληρώνουμε πρόστιμα», διώχνεις το φίλαθλο χωρίς και ό ίδιος ο φίλαθλος να συνειδητοποιήσει το γιατί.

Στο ποδόσφαιρο ο οπαδός τρελαίνεται με την ομάδα του και αντί για ψωμί αγοράζει εισιτήριο, όχι για το θέαμα άλλα επειδή την θεωρεί και δική του. Γίνεται ένα μαζί της. Στο τσίρκο ή στο θέατρο δεν σεληνιάζεται και δεν σηκώνει κανέναν στα χέρια, γιατί υπάρχει μόνο θέαμα που ή του αρέσει ή όχι. Μέχρι εκεί. Στερώντας απ’ το φίλαθλο την αίσθηση πως είναι και δική του η ομάδα, θα έρθει να δει και θα φύγει. Κι αν δεν μπορέσει να έρθει, χέστηκε η φοράδα του στ’ αλώνι. Άλλο που μετά φτάνουμε σε Πανόπουλους που διαμαρτύρονται επειδή δεν πάει γήπεδο ο κόσμος: τότε όμως είναι αργά.

Το μικρόβιο του τσαμπουκά το έχει έμφυτο ο Κωστούλας, αλλά αν του βάλεις και φωτιές δεν τον πιάνεις. Κι αν κάποιος του είπε «εσύ πληρώνεις στο κάτω – κάτω, δωσ’ τους να καταλάβουν ποιος είναι το αφεντικό», απλά του έδεσε μια πέτρα στο λαιμό και ψάχνει άπατο να τον φουντάρει. Αυτά τα μπαϊράκια δεν πέρασαν ποτέ στο ποδόσφαιρο. Εκτός κι αν φτάσουμε κάθε αγώνας να συνδυάζεται με τσάι, αλλά και το τσάι δεν πίνεται με φόντο τα τάκλιν του Κούσα. Άρα τσάμπα η μπάλα τσάμπα και το τσάι.

Για να μην πω τη γκάφα με την ατάκα που υποτίθεται θα τσίτωνε το φίλαθλο να αποδείξει πως είναι Παναιτωλικός. Εκείνη που άφησε υπονοούμενο ότι τα περσινά Διαρκείας πουλήθηκαν λόγω των άλλων ομάδων. Γκάφα γιατί εκείνος που δεν είναι fan γράφει στα παπάρια του το να αποδείξει ότι καίγεται για την ομάδα, γιατί δεν καίγεται. Ο fan, απ’ τη πλευρά του, δεν πιστεύει πως έχει να αποδείξει τίποτε. Αυτή η ατάκα μόνο προσχεδιασμένη μπορεί να ήταν, αλλά από μυαλό που δεν ξέρει που πάν τα τέσσερα στα χούγια του Παναιτωλικού και της κάθε ομάδας.

Επειδή είθισται κάθε κείμενο να καταλήγει σε κάτι, πρέπει κάπου να φτάσουμε. Και χωρίς την τελευταία παράγραφο, εγώ δεν θα χαλιόμουνα. Αλλά αφού το έκανα θα φτάσω κάπου. Στη μεγάλη αλήθεια. Που λέει, πως ούτε με τους οργανωμένους, ούτε με τους υπόλοιπους φιλάθλους θα σκεφτεί ποτέ ίδια ο Κωστούλας, ή αυτοί μ’ εκείνον. Διότι απλούστατα το ποδόσφαιρο το έχει γραμμένο. Και δεν υπάρχει ούτε μία στο εκατομμύριο να έρθει ο ένας στα νερά του άλλου. Η μοναδική λύση δηλαδή είναι ό,τι γίνονταν μέχρι τώρα: να κάνει πίσω πότε ο φίλαθλος και ποτέ ο Κωστούλας. Και είναι η σειρά του Κωστούλα. Όποιος θέλει να τον χαντακώσει, ας του πει το αντίθετο.