Το μπλαζέ ύφος σαν αντίδραση σε έναν υποβιβασμό, έχω την υποψία πως δεν είναι η καλύτερη έμπνευση. Όταν έχουμε να κάνουμε με μπάλα, το ζητούμενο είναι να βγάζεις τη σκασίλα σου για να μην σε πάρει από κάτω. Αν θέλουμε να είμαστε δίκαιοι, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι τη μεγαλύτερη πίκρα σε όλο το πλανήτη για τον υποβιβασμό του Παναιτωλικού, τη δικαιούται ο Παύλος ο Μητρόπουλος.

Επέλεξε το Αγρίνιο για να κάνει το μεγάλο βήμα στη καριέρα του και βρέθηκε στην ίδια μοίρα με τον Σκούπρα (στον Τίρναβο παίζει το παλληκάρι). Οι φωτογραφίες του κάθε φορά που ο πάτος πλησίαζε, τα λένε όλα. Το να σκέφτηκε «Μπέος και πάλι Μπέος, τουλάχιστον το πανηγυρίζαμε στο χορτάρι», είναι ανθρώπινο. Πολύ φοβάμαι πως αυτή η πίκρα δεν βγήκε ακόμα στο φίλαθλο του Παναιτωλικού, εκτός κι αν του ήρθε γλυκά και από τον Γενάρη μέχρι τον Απρίλη συνήθισε στην ιδέα.

Τα γεγονότα ήταν τέτοια, όμως, που ίσως δεν πρόλαβε ο άμοιρος φίλαθλος να κάνει τα δέοντα της Εξόδιου ακολουθίας. Κόλλυβα δεν φάγαμε, για να το πω αλλιώς. Τη μία η προσφυγή και οι ελπίδες της και την άλλη η βόμβα του Κωστούλα ότι φεύγει, ο υποβιβασμός πέρασε σε δεύτερη μοίρα. Οι αναλαμπές ωστόσο δεν έπαψαν να υπάρχουν. Έτσι εκεί που πίνεις το καφέ με τα φιλαράκια σου, σε ανύποπτο χρόνο, όλο και θα βρεθεί ο παραπονιάρης που θα πετάξει την ατάκα «καλά ρε, θα μου πει κάποιος πως έγινε και πέσαμε φέτος;».

Το πλέον  αναπάντητο ερώτημα είναι το γιατί έπεσε ο Παναιτωλικός. Διότι συμβαίνει να ακούγονται πάνω από εκατό λόγοι, που είναι όλοι υπαρκτοί, αλλά κανένας δεν αρκεί για να αιτιολογήσει τον υποβιβασμό. Μάλλον ούτε όλοι μαζί αρκούν. Μέχρι ο Κάρπετ ασχολήθηκε με το μυστήριο αυτού του υποβιβασμού, έγραψε τους αυτονόητους λόγους που θα μπορούσαν να γραφτούν γύρω απ’ το ποδόσφαιρο, αλλά και πάλι το κοινό αίσθημα δεν χόρτασε. Κάτι άλλο θέλει να ακούσει που δεν το ακούει και δεν το διαβάζει.

Τσίπρας, Βενιζέλος, Σαμαράς και κοτζάμ Καμμένος βγαίνουν στις τηλεοράσεις πιο συχνά κι από διαφήμιση της Coca Cola, μα στο Αγρίνιο δεν ιδρώνουν πολλά αυτιά. Και δεν ζούμε σε εποχές που δεν μιλάς για πολιτικούς με το φόβο να πιαστείς στα χέρια. Είναι η μόνη φορά που όλοι συμφωνούν με όλους. Κι όμως, αν δεν εξαντληθούν τα θέματα του Παναιτωλικού, οι συνομιλητές της Μέρκελ είναι στο πολύ κλάσιμο.

Η προσφυγή και η τύχη της, ή οι πιθανότητες παραμονής στη Super League, ή το τι τελικά θα κάνει ο Κωστούλας, δεν μπορούν να απαντηθούν άμεσα. Το μόνο που μου φαίνεται απίθανο και δεν μπορώ να το πάρω με το μέσα μυαλό, είναι το σούσουρο ότι ο Κωστούλας δεν έχει πλέον λεφτά να ρίξει. Η δική μου λογική απαντά σ’ αυτό πως αν όντως περνάει δύσκολη θα έφερνε τον κόσμο τα πάνω, κάτω. Δεν θα πέρναγε την ώρα του με τον Παναιτωλικό, ούτε θα έβγαινε στη τηλεόραση να τα χώσει στο κόσμο της ομάδας.

Ο ευσεβής πόθος να πάρει πίσω λεφτά που έριξε στον Παναιτωλικό, επίσης δεν έχει λογική βάση. Κι αν αυτό ψάχνει, λέμε αν, τότε θα προσπαθούσε να τα έχει καλά με όλους κι όχι αυτό που έκανε – και κάνει. Όπως κι αν υποθέσουμε ότι θέλει να πάρει πίσω λεφτά απ’ την ομάδα, γίνεται μόνο δια της οδού «τα έχω καλά με όλους για να κάνω τη δουλειά μου».

Στη συνέντευξη είπε κάτι, πάντως, που διέφυγε σε όλους και ας είναι καλά κάποιος Γιώργος, θαμώνας του Del Corso, που μου το θύμισε. Ο πρόεδρος είπε ότι από τον Γενάρη αποκάλυψε στον Τεννέ πως σκοπεύει να φύγει. Αν το αναλύσουμε με τη δέουσα προσοχή, δεν μπορεί να το είπε μόνο στον Τεννέ. Το είπε και στους συνεργάτες του. Ανέφερε μόνο τον Τεννέ ως πιο αξιόπιστο, διότι για τους άλλους θα σκεφτόσασταν «ρώτα και το μπάρμπα μου το ψεύτη». Που σημαίνει δηλαδή, ότι Μπελεβώνης, Μπεσίνης, Λίτσας, Νταλακούρας και πιθανόν κάποιοι άλλοι το ήξεραν επίσης για την απόφαση του Κωστούλα να τη κάνει. Και έρχομαι να ρωτήσω: αν το ήξεραν τόσοι άνθρωποι, γίνονταν να μην έφτασε και μέσα στα αποδυτήρια; Βάλτε κι αυτό το λόγο στους υπόλοιπους, μήπως και βγει καμιά άκρη.