ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ του Παναιτωλικού μόνο καλό δεν είναι και τα ελληνικά “ήθη κι έθιμα” επιβάλλουν οι μεγαλύτερες ευθύνες να βαραίνουν τον προπονητή. Είναι μια διάχυτη εντύπωση στο Αγρίνιο κι οπωσδήποτε ο εκάστοτε προπονητής ευθύνεται για ό,τι κακό ή καλό παρουσιάζει η ομάδα του. Το κομβικό ερώτημα είναι για ποιους λόγους η ομάδα ενός προπονητή δεν αποδίδει στο βαθμό που θα ήθελαν οι φίλαθλοι και η Διοίκηση. Αν δεν απαντηθεί σωστά αυτό το ερώτημα, η αποτίμηση για την αξία του προπονητή και τις δυνατότητες της ομάδας θα είναι λανθασμένη, ιδιαίτερα σε βάθος χρόνου.

 

Του Γιώργου Παπαϊωάννου

 

Ο ΔΕΛΛΑΣ την τρέχουσα σεζόν ετοίμασε τους “κυανοκίτρινους” απ’ την αρχή με στόχο να αποκτήσουν την δική του σφραγίδα κι έχω την αίσθηση ότι αυτή του η προσπάθεια γίνεται συνεχής κι επίπονη, διότι αυτό που επιχειρεί έχει πολλούς εσωτερικούς αντιπάλους. Όχι εκ προοιμίου κακοπροαίρετους αντιπάλους. Μα ο φίλαθλος δεν μπορεί να ξέρει και δεν θέλει να κατανοήσει πως για να φτάσει η ομάδα του στα επίπεδα του ποδοσφαίρου που θαυμάζει (τηλεοπτικά)  σε άλλες χώρες  χρειάζεται να περάσει από ορισμένα δύσκολα στάδια. Το ίδιο και οι διοικούντες. Ούτε οι ποδοσφαιριστές αρέσκονται πάντα σε τέτοιες απόπειρες διότι πρέπει να μοχθήσουν πολύ περισσότερο και... ξεβολεύονται.

 

ΕΙΝΑΙ ΑΓΝΩΣΤΟ εάν ο Δέλλας μπορεί να οδηγήσει μια ομάδα σε τέτοια επίπεδα. Ωστόσο παρότι την πρώτη Αγωνιστική παρακολούθησα έναν Παναιτωλικό που χώλαινε σε βασικά στοιχεία της τακτικής – και το έγραψα- διαπιστώνω στην πορεία ότι ο προπονητής του προσπαθεί να τον φτάσει σε άλλα επίπεδα, τέτοια που διαφέρουν απ’ το μίζερο ποδόσφαιρο της χώρας μας. Επαναλαμβάνω ότι δεν μπορώ να γνωρίζω τις προπονητικές δυνατότητες του Δέλλα, μα διαπιστώνω χρόνια τώρα ότι η παγιωμένη φυσιογνωμία του ελληνικού ποδοσφαίρου δυσκολεύει και καθυστερεί τέτοιου είδους φιλοδοξίες των προπονητών. Είναι διαφορετικά να προσπαθούν να παίξουν ορθολογικό ποδόσφαιρο και οι δύο ομάδες, διαφορετικά να το κάνει μόνο η μία και η άλλη να επιχειρεί να καταστρέψει και να “κλέψει” το παιγνίδι. Για το λόγο αυτό πολλοί εγκαταλείπουν την προσπάθεια στην πορεία, υπό την πίεση της ανάγκης αποτελεσμάτων, οπότε το εγχώριο ποδόσφαιρο συνεχίζει να παραμένει όλο και περισσότερο αναχρονιστικό.

 

ΜΕ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ από το προηγμένο ευρωπαϊκό ποδόσφαιρο, ως ποδοσφαιριστής, δεν μπορεί παρά να ανήκει σε εκείνους οι οποίοι οραματίζονται ένα καλύτερο ποδόσφαιρο στην χώρα μας. Δεν μπορεί παρά να γνωρίζει ότι θα υπάρξουν ορισμένοι αγώνες όπου η εκάστοτε Διοίκηση θα παίξει τα δικά της “παιγνίδια” - φαινόμενο που υφίσταται και σε άλλες χώρες- εντούτοις το όμορφο ποδόσφαιρο υπερσκελίζει ακόμη κι αυτές τις παθογένειες. Χωρίς να διεκδικώ το αλάθητο, προσωπικά διαπιστώνω ότι ο Δέλλας δουλεύει για έναν τέτοιο σκοπό.

 

ΠΟΛΥ ΔΥΣΚΟΛΟΣ στόχος. Διότι πολλοί ποδοσφαιριστές δεν έχουν την ανάλογη ποδοσφαιρική παιδεία, ούτε ποδοσφαιρική νοημοσύνη και θα προτιμούσαν το πιο απείθαρχο παίξιμο, το πιο τυχαίο, από το οποίο θα γίνονται “ήρωες” και περιζήτητοι μεταγραφικά μέσω ατομικών ενεργειών και λιγότερου μόχθου. Εκείνο το ποδόσφαιρο που δεν χρειάζεται ούτε να σκέφτονται πολύ, ούτε να δουλεύουν πολύ και γι’ αυτό υποσυνείδητα σαμποτάρουν την δουλειά του προπονητή, χωρίς να αντιλαμβάνονται πως η ομαδική αγωνιστική συμπεριφορά μπορεί να καλύψει τις ατομικές τους αδυναμίες. Μην ξεχνάμε ότι πολλοί “μάγοι της μπάλας” από την Λατινική Αμερική εξαφανίζονται στους σοβαρούς ευρωπαϊκούς συλλόγους ακριβώς επειδή είναι απείθαρχοι τακτικά και αδυνατούν (ή δεν θέλουν) να υιοθετήσουν τα καινούρια δεδομένα. Μολονότι σ’ αυτούς τους ευρωπαϊκούς συλλόγους η φυσιογνωμία και η ποιότητα παιγνιδιού είναι παγιωμένες παράμετροι. Πόσο πιο δύσκολο γίνεται, επομένως, σε μια ομάδα σαν τον Παναιτωλικό, αφού δεν υπάρχει καμία τέτοια αγωνιστική φυσιογνωμία;;;

 

Η ΑΠΟΥΣΙΑ της παραμικρής υποδομής εξελιγμένου ποδοσφαίρου, όπως συμβαίνει στον Παναιτωλικό, επιβάλλει να επιλέξει ο προπονητής τους ποδοσφαιριστές του για να καταφέρει να φτάσει σε προηγμένο ποδόσφαιρο. Θα ήταν ευχής έργο να έχει συμβεί, διότι έτσι θα υπάρξει και αποτέλεσμα, αργά ή γρήγορα. Εάν τυχόν, όμως, ο Δέλλας δέχθηκε επιλογές άλλων, όπως οι προκάτοχοί του, δυσκόλεψε ο ίδιος ακόμη περισσότερο το δικό του έργο και σε μια τέτοια περίπτωση θα ήταν ωφέλιμο να του γίνει μάθημα στον επόμενο σταθμό της καριέρας του, όποτε αυτό προκύψει.