Συμπάσχω με τον συνάνθρωπο και δεν αστειεύομαι. Συμπάσχω με τον μπερδεμένο φίλαθλο του Παναιτωλικου και δεν ειρωνεύομαι. Στον Αγρινιώτικο ουρανό δεν περιφέρονται πια τα πετεινά – κι αν περιφέρονται δεν τα προσέχει κανείς – αλλά το ερώτημα αν ο Παναιτωλικός θα πάρει την άνοδο και μάλιστα χωρίς μπαράζ. Ερώτημα στο οποίο μια απλή απάντηση «ναι» ή «όχι», συνήθως δεν αρκεί. Χρειάζεται και αιτιολόγηση, κουβέντα να γίνεται δηλαδή και αναστεναγμοί κρίσης πανικού για να μας βρίσκονται.

 

Κανένας ψυχολόγος δεν έχει μπει στα χωράφια μου, δεν σχολίασε τις αλλαγές του Χάβου, ή το φορμάρισμα του Μπακάκη, άρα δεν θα κάνω το ατόπημα να μπω στα δικά τους. Που σημαίνει πως δεν θα επιχειρήσω να αφουγκραστώ τι θα ήθελε να ακούσει ο κάθε φίλαθλος του Παναιτωλικού. Θα αποφανθώ σαν ο καλός γείτονας που στο κακό λέει «υπάρχουν και χειρότερα», στο καλό λέει «πάντα τέτοια» και στο άλυτο πρόβλημα πάει το θέμα αλλού. Στο επίμαχο θέμα της Παναιτωλικής αδημονίας θα σας παρηγορήσω σαν το καλό παιδί της διπλανής πόρτας και ούτε ο Γιάννης Πλούταρχος δεν θα με ξεπεράσει. Αυτό είναι δέσμευση και όχι υπόσχεση.

 

ΟΤΑΝ ΚΑΤΗΓΟΡΕΙΣ ΤΑ ΨΑΧΝΑ

ΟΤΙ ΔΕΝ ΘΑ ΕΠΑΙΖΑΝ ΓΙΑ ΠΑΡΤΙ ΤΟΥΣ

ΑΦΟΥ ΔΕΝ ΤΟ ΕΚΑΝΑΝ ΠΟΛΕΜΙΚΟ

ΟΔΗΓΕΙΣ ΤΟ ΒΟΛΙΩΤΗ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙ

ΟΤΙ ΕΠΑΙΞΑΝ ΓΙΑ ΣΕΝΑ

 

Έχουμε να κάνουμε με ποδόσφαιρο και δη ελληνικό, οπότε θα ήταν πολύ βολικό να δούμε κι αυτό το πρωτάθλημα σαν το παιχνίδι λαβύρινθος στα περιοδικά με τα σταυρόλεξα. Το παιχνίδι που ξέρεις την αρχή, ξέρεις την έξοδο και το τέλος και σου μένει να βρεις, ή να δεις στις λύσεις, το δρόμο που θα περάσει η γραμμή για να φτάσει στο γνωστό τέλος. Αν επομένως βάλεις τον Παναιτωλικό στο τέλος του λαβύρινθου, η αγωνία περιορίζεται στην πορεία της διαδρομής και αποφορτίζεται πολύ η αγχωτική ατμόσφαιρα. Λόγω του ότι τα σταυρόλεξα και τα συναφή δημιουργούν εκ προοιμίου ένα ακαθόριστο στρες, υπάρχει και η οδός της κινηματογραφικής ταινίας. Έτσι ησυχάσεις και από το «Μπέο – Μπέο είσ’ εδώ;» του φίλτατου Βελή, που βγήκε να καταγγείλει άλλους και τελικά μάλλον την ομάδα του κατήγγειλε.

 

Στον κινηματογράφο πρώτα γυρίζεται το έργο, γίνονται και τα τελευταία μοντάζ και μετά παίζεται στις αίθουσες. Ο θεατής έχει την αγωνία όταν το παρακολουθεί και μπαίνει στο λούκι, κι ας ξέρει ότι ο πρωταγωνιστής στη πραγματικότητα κάπου το γλεντάει με τα δικά του λεφτά. Ακόμα κι έτσι, στις περισσότερες περιπτώσεις ο έξυπνος θεατής καταλαβαίνει ποιος θα θριαμβεύσει και ποιοι θα σκοτωθούν στο τέλος. Το μόνο που κρατά το ενδιαφέρον του, είναι ο τρόπος με τον οποίο θα πεθάνουν οι «κακοί». Θα πάνε από σφαίρα, από μαχαίρι, από τροχαίο, ή από κάποιο παιχνίδι της μοίρας;

 

Φίλοι Παναιτωλικοί που βρίσκεστε στα όρια της νευρικής ανορεξίας – δεν το παθαίνουν μόνο οι μοντέλες – το παιδί της διπλανής πόρτας, δηλαδή εγώ, σας συνιστώ να δείτε τις υπόλοιπες αγωνιστικές σαν ένα κινηματογραφικό έργο που έχει ήδη γυριστεί και το βλέπετε χωρίς να μπορεί να αλλάξει κάτι. Βάζετε τον Παναιτωλικό στο ρόλο του «καλού» που θριαμβεύει και περιμένετε απλά να δείτε τον τρόπο που θα εξολοθρεύσει τους «κακούς». Η συμβουλή μου έχει κι άλλο τρόπο, για όσους θέλουν να είναι καλά καβατζωμένοι, αν και προσωπικά δεν βλέπω το λόγο. Ο άλλος τρόπος είναι να βάλεις τον Παναιτωλικό στο ρόλο του «κακού» και να αγωνιείς μόνο για τον τρόπο που θα τον ξαποστείλουν. Σας προτείνω ανεπιφύλακτα τον πρώτο τρόπο, αλλά όποιον κι αν ακολουθήσετε κανένας από τους δύο τρόπους δεν είναι ικανός να σας ρίξει σε νευρική ανορεξία.

 

Με το συμπάθειο, αλλά θα ήθελα να μαλώσω τον φίλαθλο εκείνο που την έπεσε στον Παντέλη στο ημίχρονο. Πολύ φοβάμαι ότι, παρά τη συγνώμη του για τη δική του αντίδραση, το «έφτασα στο αμήν» και το «κερατάς και δαρμένος», για σένα πήγαινε. Δεν έχει λογική να την πέσεις στον προπονητή των Ψαχνών, ενώ έχεις παρακολουθήσει με τα μάτια σου ένα ολόκληρο ημίχρονο. Διότι για να του την πεις ότι παίζει για λογαριασμό άλλου, σημαίνει πως δεν του το έχεις να παίξει μόνο για την δική του ιστορία. Ναι, αλλά, αν έπαιζε για άλλον θα σε είχε ταράξει στο κλωτσίδι, θα το έκανε πολεμικό κι αν δεν σε κέρδιζε θα σε είχε φορτώσει κάρτες και δυο - τρεις δικοί σου παίκτες θα έφευγαν με το πόδι ρόκα. Αφού - αγαπητέ φίλαθλε του Παναιτωλικού – τα Ψαχνά δεν έκαναν τίποτα απ’ όλα αυτά, βάζεις ιδέες στον καχύποπτο. Κακώς και αδίκως, λέω εγώ, μα έτσι οδηγείς (π.χ.) το Βολιώτη να σκεφτεί ότι αφού τα Ψαχνά δεν παίζουν για πάρτι τους μόνο, και αφού δεν σε πήγαν κωλοφεράτζα, έπαιξαν για σένα. Και έμμεσα αθωώνεις τον (χωρίς π.χ.) «σαρδελά».