Ο Λεωνίδας, ένας μεροκαματιάρης άνθρωπος που τα έτσουζε για τα καλά, έλεγε για τον ματσωμένο Γιώργο που επίσης τα κοπάναγε ανελλιπώς: «Με ένα καημό θα πεθάνω, όταν πίνω εγώ λένε πως έγινα στουπί κι όταν πίνει ο Γιώργος ο λεφτάς λένε πως τελεί εν ευθυμία». Έτσι είναι η παλιοζωή, αλλιώς βλέπεις τον ματσό, αλλιώς το μπατίρη. Το θάμπωμα απ’ το χρήμα είναι τόσο εκτυφλωτικό, που ο άνθρωπος μπορεί να βλέπει από λίγα έως τίποτα. Δηλαδή ενίοτε το θάμπωμα δεν σ’ αφήνει να δεις κατάματα τα γεγονότα και να καταλάβεις που βαδίζεις. Και θα σας φέρω παράδειγμα πράγματα που έχουν γίνει και γίνονται στον Παναιτωλικό, τα οποία αν γίνονταν σε άλλη ομάδα, με πρόεδρο άλλου προφίλ, θα σκεφτόμασταν εντελώς διαφορετικά.

 

Ο Κωστούλας ανέλαβε τον Παναιτωλικό, έριξε τούβλα τα ευρώ για να φτιάξει το γήπεδο και είπε ότι δεν μπαίνει στα άλλα κόλπα του ποδοσφαίρου. Το δεύτερο το έχουν πει πολλοί, αλλά κανένας δεν τους πίστεψε επειδή δεν είχαν κάνει το πρώτο. Άρα ο πρόεδρος του Παναιτωλικού με τα χρήματα που έριξε για το γήπεδο επένδυσε, τουλάχιστον, στη καλή εικόνα του. Και ξεκίνησε να φέρνει ονόματα, που μπάλα μπορεί να μην έπαιξαν, αλλά όλοι άρχισαν να ασχολούνται με τον Παναιτωλικό και ακούστηκε ξανά στον ποδοσφαιρικό χάρτη της Ελλάδας. Κάποια στιγμή ήρθε και η άνοδος στη Γ΄ Εθνική, μια άνοδος που χωρίς την εξέδρα της Νέας Σμύρνης δεν ήταν για να τη μολογάς, με βάση τις αρχικές εξαγγελίες και όσα έγιναν στο τέλος για να μην τους πάρουν με τις πέτρες. Πάντως μετά όλα πήραν το δρόμο τους και καλά έκαναν.

 

Τέρμα οι αφηγήσεις περί Παναιτωλικού, για να πάμε στα σοφά λόγια του μπάρμπα Λεωνίδα του συγχωρεμένου – που είναι και το ζητούμενο. Να πάμε στο ξεψείρισμα μερικών γεγονότων και να σκεφθούμε το πώς θα τα βλέπαμε, αν ο Κωστούλας δεν είχε κάνει ένα μόνο πράγμα, με ό,τι του στοίχησε αυτό σε ευρώ: να μην είχε φτιάξει το γήπεδο και να μην πέρναγε την εικόνα πως έχει λεφτά για πέταμα.

 

Για πέταμα, τρόπος του λέγειν, αλλά τέλος πάντων ότι δεν θέλει να βγάλει, μα να ξοδέψει λεφτά για τον Παναιτωλικό. Περιττό να θυμίσω τα περί Σουηδικής νοοτροπίας που πούλησαν στην αρχή, αλλά στη πορεία ξεχάστηκαν και επήγαμε στην καραμπινάτη νοοτροπία της αθάνατης ελληνικής υπαίθρου, με πινελιές από την ποιμενική ζωή των ορεινών όγκων.

 

Άνθρωπος, ο Κωστούλας, που ασχολήθηκε με το ποδόσφαιρο χωρίς να έχει κανένα καψούλι γι’ αυτό. Ρίχνοντας όμως λεφτά... μόνο σαν το αδικημένο ταλέντο του πάλαι ποτέ Ακαρνάνα δεν τον έχουν περιγράψει ακόμα. Απ’ αυτόν το πρόεδρο έχουμε δει συγκεκριμένα πράγματα, από ποδοσφαιρικής πλευράς. Το σημαντικότερο, όπως λέει, χαλάει αβέρτα κουβέρτα λεφτά, όμως τον Μπελεβώνη που τα κανονίζει όλα τόσα χρόνια, και ενώ – όπως έχει πει – μπαίνει μέσα μέχρι το λαιμό, δεν τον αλλάζει. Αν αυτό το φαινόμενο το έβλεπε λογικός άνθρωπος σε μια άλλη ομάδα, από έναν άλλο πρόεδρο, το Κομπότη για παράδειγμα, τι θα υπέθετε;

 

Ποτέ δεν κατάλαβα τους πραγματικούς λόγους που έφυγαν ο Σηφάκης με το Γκόγκιτς. Κι αν ο πρώτος δεν σε είχε κοντά στο στόχο όσο θα περίμενες, ο Γκόγκα σε είχε πολύ παραπάνω απ’ το στόχο σου. Υποτίθεται έφυγε επειδή δεν ασχολούνταν με τις Ακαδημίες, αλλά ούτε κανένας άλλος ασχολήθηκε, πριν ή μετά, εκτός του Νταλακούρα. Οι δύο αυτοί προπονητές είχαν ένα κοινό, όμως. Έφεραν πολλούς δικούς τους παίκτες και, ο ένας με την τρέλα του ο άλλος ως μέγας αλπός, τους έβαζαν και έπαιζαν: άρα δεν έπαιζαν κάποιοι άλλοι.

 

Το δέσιμο αυτής της πραγματικότητας με την συνέχεια έχει μνημειώδες ενδιαφέρον. Μετά το Σηφάκη ακολούθησε το γνωστό γαϊτανάκι που χάθηκε η μπάλα με τους προπονητές και τα αγγλικά σκορ. Μέχρι που ήρθε ο Κεχαγιάς, που πιο υπάκουο παιδί δύσκολα βρίσκεις. Μετά το ξου στο Γκόγκα ανέλαβε ο Νταλακούρας, που όλα γίνονταν εξ αδιαιρέτου με τον Μπελεβώνη στα της επιλογής των παικτών.  

 

Το σχέδιο βήτα ήρθε μετά το Νταλακούρα, με τον Τεννέ και τώρα τον Καραγεωργίου. Δεν παίρνω στον προπονητή τους παίκτες που ζητάει, τον έχω στη πρίζα ότι θα του πάρω καλύτερους και όταν τον φτάσω στο αμήν θέλει δεν θέλει θα διαλέξει απ’ εκείνους που του φέρνω εγώ. Εκεί ή φεύγει – δύσκολο στις μέρες μας- ή διαλέγει απ’ αυτούς και λέει κι ευχαριστώ. Για κάποιο λόγο, δηλαδή, και με το δικό μου το μυαλό, οι διοικούντες του Παναιτωλικού θέλουν να έχουν στην ομάδα παίκτες που επιλέγουν οι ίδιοι και μάλιστα εμπιστεύονται περισσότερο να παίζουν αυτοί. Δεν μπορείς να το πεις απαραίτητα κακό, όμως αν το κάνει ο Κούγιας δεν τον ξεπλένει ούτε ο Αχελώος.

 

Τα double fast μπουφάν των eighties μας έμαθαν να εξετάζουμε και την άλλη πλευρά, που στην περίπτωσή μας λέει πως όποιος χώνει το χρήμα στο μαγαζί του, διαλέγει και το εμπόρευμα και στο ποδόσφαιρο έχεις και το κεφάλι σου ήσυχο μην σου τη φέρει κανένας μαϊμουδιάρης. Σκαλώνω, όμως, και σ’ αυτό. Σκοντάφτω επειδή όταν επί Τεννέ οι δικές σου επιλογές σε μπατάρισαν, με ποια εχέγγυα το ξανακάνεις στον Καραγεωργίου; Δεν αναφέρομαι μόνο στην πτώση – μολύβι. Αλλα και στις κόκκινες που τις έπαιρναν με θρησκευτική ευλάβεια παίκτες που δεν είχε φέρει ο κόουτς. Ρότσα, Άντι, Μπαμόνγκο, Ντολεζάι και ο Φερνάντεζ πριν καλά – καλά μας συστηθεί. Ο Πορτογάλος λες και ήρθε μόνο για να δώσει καρατιά στον Σίσιτς και να αποβληθεί, γι’ αυτό και τον τιμώ ιδιαιτέρως με φωτογραφία την κορυφαία στιγμή του στον Παναιτωλικό. Να το ήξερες δηλαδή από πριν αυτό το χάλι, να κονομήσεις τουλάχιστον και να απαλύνεις το μαράζι. Μα ποιος θνητός μπορούσε να το ξέρει; Και είναι τυχερός ο Μπέος που δεν του χρώσταγε η μοίρα να συμβεί στη δική του ομάδα.

 

Το μέτρημα χάθηκε στις καραβιές παικτών που ήρθαν τα τελευταία χρόνια και ελάχιστοι έπιασαν διετία, μετρημένοι στα δάκτυλα του ενός χεριού έπιασαν τριετία, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία ίσα που πρόλαβε να κλείσει σαιζόν. Αυτό δεν λέγεται σχεδιασμός ομάδας, λέγεται επίδειξη μόδας που φοράς τα συνολάκια το ένα μετά το άλλο. Δεν θέλω να σκεφτώ τι θα γράφονταν για το Μάκαρο και τα πούρα του, αν είχε ξεπετάξει εκατόν πενήντα παίκτες σε εφτά χρόνια. Ούτε θέλω να σκεφτώ τι φαντασιοπληξίες θα λέγονταν για τον ανυποψίαστο το Ριαβόγλου αν, παρότι πρώτο φαβορί για άνοδο, είχε κάνει τρία χρόνια να ξεκολλήσει από τη Γ΄Εθνική και το αντιμετώπιζε στωικά.

 

Αποδείχθηκε, νομίζω, ότι ο κυρ Λεωνίδας ήξερε καλά τί έλεγε. Διότι πράγματα που συμβαίνουν κατά κόρον στον Παναιτωλικό, αν συνέβαιναν σε ομάδες με άλλες Διοικήσεις θα γίνονταν χαμός. Και δεν βάζω καν με το μυαλό μου να συνέβαιναν όλα μαζί σε μία ομάδα, αλλά ένα από αυτά. Και πολλοί πρόεδροι με έναν καημό θα πεθάνουν: όταν χάνω εγώ κάτι βρωμάει, όταν χάνει ο Φώτης τον έσφαξε το κατεστημένο. Γι’ αυτό, σας λέω, ας μην είμαστε αδυσώπητοι με τους προέδρους των άλλων ομάδων. Και ο κυρ Λεωνίδας και ο κυρ Γιώργος, τελούσαν εν ευθυμία. Ή όχι;