Ο Μπάμπης κάλεσε για ποτό τον καλύτερό του φίλο κι άρχισε την εξομολόγηση: «Από πού ν’  αρχίσω και που να τελειώσω, φιλαράκι! Είχα υποψίες πως η Βούλα, η γυναίκα μου που την έχω για βράχο ηθικής, μ’ απατάει. Αποφάσισα να την παρακολουθήσω και κατά το βράδυ την  βλέπω να συναντιέται με ένα τύπο, να μπαίνει στο αυτοκίνητό του και να φεύγουν. Τι να κάνω; Τους ακολούθησα και φτάνουν σε ένα ισόγειο μοτέλ. Μπαίνουν μέσα, τους ακολουθώ αθέατος και τσεκάρω  το δωμάτιο που μπήκαν. Τρέχω έξω, πηδάω στο μπαλκονάκι, κοιτάζω απ’ τη τζαμόπορτα  και τους πετυχαίνω πάνω που η Βούλα και ο άλλος έβγαζαν τα ρούχα τους. Ξαφνικά κλείνουν το φως και δεν μπορούσα να δω τίποτα. Κι έχω μείνει στο σκοτάδι! Τελικά μ’ απατάει μ’ αυτόν τον άνθρωπο, το έκαναν, ή εγώ είμαι υπερβολικός που την υποψιάζομαι;».

 

Βολικό ανθρωπάκι ο Μπάμπης, μακάρι να ήταν όλοι έτσι  να έχει δουλειά και ετούτη εδώ η στήλη. Μα έλα που στο ποδόσφαιρο ο κόσμος είναι πιο ανοιχτομάτης απ’ το Μπάμπη και η «δημοσιογραφική παρενόχληση» απειλείται με αφανισμό, μην έχοντας αντικείμενο! Τι μάτια να ανοίξεις σε κάποιον που ήδη τα έχει ανοιχτά;

 

 

Του Γιώργου Παπαϊωάννου

 

 

Εξάλλου οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί μεταξύ τους, στην ίδια τη ζωή,  μοιραία και στο ποδόσφαιρο. Έτσι ο Τόνι  θέλει να κάνει γάμο με φραγκάτη νύφη, να τον  έχει στα σαλόνια και στη χλίδα, κι ας είναι είλωτας στα πεθερικά κι όλο της  το σόι, ή ας  γίνει και λίγο Μπάμπης. Ενώ ο Πανάγος  σου λέει ότι δεν δέχεται να γίνει  σάκος του μποξ και τάρανδος  κι ας μένει σε τριαράκι. Ο καθένας με τα βίτσια του.

 

Το αποτέλεσμα, ωστόσο,  στο ποδόσφαιρο είναι συγκεκριμένο.  Το είδος δε του Μπάμπη και του Τόνι μειώνεται με γεωμετρική πρόοδο. Πριν λίγα χρόνια έψαχνες στη μαύρη αγορά εισιτήριο για τον τελικό του Κυπέλλου και το Σάββατο στο ΟΑΚΑ άκουγες το κουδούνισμα απ’ το κινητό του Περέιρα. Κι αν εξαιρέσεις το γκολ του Τσόρι οι ποδοσφαιριστές ήταν πολύ σπλαχνικοί με όσους δεν μπόρεσαν να δουν  τον τελικό κι άκαρδοι με όσους πήγαν στο γήπεδο, ή όσους καθίσαμε να τον δούμε στη τηλεόραση.    

 

 

Η ΜΠΑΛΑ ΕΧΕΙ ΑΕΡΑ ΜΕΣΑ

ΔΗΛΑΔΗ ΓΙΝΕΤΑΙ ΕΥΚΟΛΑ

Η ΧΑΡΑ  ΤΗΣ ΤΡΟΜΠΑΣ

 

 

Τίποτα το καινούριο, σε όλα τα γήπεδα αυτό περίπου συμβαίνει. Εγώ ξέρω μια περίπτωση που το 2005 ο  φίλαθλος πήγαινε στο γήπεδο κι ο πρόεδρος της ομάδας του έλεγε ένα παραμύθι. Μετά από δύο χρόνια, πρώτα έλεγε ένα παραμύθι ο πρόεδρος και μετά πήγαινε ο φίλαθλος στο γήπεδο. Κατά το 2010 ο φίλαθλος πήγαινε στο γήπεδο χωρίς να χρειαστεί ν΄ακούσει το παραμύθι, ενώ μετά από άλλα δύο χρόνια ήταν ο φίλαθλος εκείνος που έλεγε παραμύθι στον πρόεδρο για να βρει θέση στο γήπεδο. Και σήμερα ο ίδιος φίλαθλος λέει ένα παραμύθι στον πρόεδρο για να αποφύγει να πάει στο γήπεδο.

 

Με μια μπάλα παίζεται το ποδόσφαιρο, μ’ αυτό το δερμάτινο στρογγυλό πράγμα που είναι συμβολικό από μόνο του.  Πρώτα- πρώτα έχει αέρα μέσα, δηλαδή γίνεται εύκολα  η χαρά της τρόμπας. Και γίνεται πιο συμβολικό αντικείμενο για τον ρου  των πραγμάτων στο ποδόσφαιρο, αν θυμηθούμε τις παλιές μπάλες των παιδικών μας χρόνων. Όταν ήταν καινούρια σε απογείωνε η αίσθηση να την κλωτσάς, η μυρωδιά απ’ το δέρμα της και η γυαλάδα της, σε σημείο που τις πρώτες μέρες την  έπαιρνες στο κρεβάτι το βράδυ. Με τον καιρό η μπάλα αποκτούσε γδαρσίματα, οπότε έπαιρνε τον υπνάκο της κάτω από καμιά σκάλα, αν ήταν τυχερή. Μετά άρχιζε η εκδίκησή της. Τα νερά την πότιζαν, γίνονταν δέκα κιλά κι αν σε πετύχαινε στο κεφάλι είχες δύο μέρες  πονοκέφαλο, ή αν σε πετύχαινε σε γυμνό  μέρος  του σώματος κληρονομούσες τσούξιμο για ώρες. Ένα πρωί την έβρισκες μισο- φόφια επειδή είχε σκάσει η σαμπρέλα κι εκεί ήταν το τελειωτικό σου. Διότι για να φτιάξεις τη σαμπρέλα έπρεπε πλέον η βαλβίδα να βρίσκεται εξωτερικά κι αν σε πετύχαινε στο κούτελο κυκλοφορούσες με καρούμπαλο μεγαλύτερο απ’ το κέρατο το Μπάμπη!!!