Αν ζηλεύω κάτι κάθε Ιούλιο και Αύγουστο δεν είναι ούτε οι πολυσύχναστες παραλίες, ούτε το καλοκαιρινό clubbing. Εκείνο που ζηλεύω είναι τους ποδοσφαιριστές της κάθε ομάδας που ξεκινάνε προετοιμασία και δεν θυμάμαι μήπως το έχω ξαναγράψει πριν από χρόνια. Διαστροφή θα μου κάποιος, αλλά ακόμα και όταν το ζούσα αυτό, όταν κάθε καλοκαίρι έφτανε η ώρα να αρχίσουν οι προπονήσεις, διέγραφα ακόμα και τις καλύτερες διακοπές. Αυτή η υποτιθέμενη ταλαιπωρία μέσα στο κατακαλόκαιρο είναι που σου υπενθυμίζει ότι είσαι ζωντανός και διαφορετικός.

 

Κάθε φορά και μοναδική εμπειρία, ειδικά μετά την προπόνηση.  Τα σφιγμένα πόδια, το ψυχικά αποφορτισμένο σώμα, η αίσθηση ότι κατάφερες πάλι κάτι περισσότερο στη ζωή  σου, η ανεπανάληπτη ηδονή ακόμα κι από μια φέτα κρύο καρπούζι και πολλά ακόμα δεν είναι από αυτά που ξεχνιούνται. Ακόμα έχω την οσμή απ’ τα βαμβακερά φανελάκια της πρώτης προπόνησης, λες και μόνο αυτά την είχαν, κανένα άλλο μπλουζάκι  απ’ τα εκατοντάδες που φοράμε στη ζωή μας.

 

 

ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ Η ΟΣΜΗ

ΑΠ’ ΤΑ ΒΑΜΒΑΚΕΡΑ ΦΑΝΕΛΑΚΙΑ

ΤΗΣ ΠΡΩΤΗΣ ΠΡΟΠΟΝΗΣΗΣ

 

 

Θυμάμαι όλες τις προετοιμασίες που έχω κάνει μία προς μία. Από τα Αμπάρια στο Παναιτώλιο και τα χιλιόμετρα στην αμμουδιά του Λούρου για να σφίξουν τα πόδια, με προπονητή τον Κώστα Καζάκο  («Τόζα» τον λέγαμε απ’ τον Βεσελίνοβιτς του Ολυμπιακού), μέχρι την τελευταία με την Αργυρούπολη  στη Βάρη και τη Βάρκιζα. Αν έχετε όρεξη να διαβάζετε,  η πιο «γκεσταπίτικη» ήταν στον Αχιλλέα Τριανδρίας με τον Μανώλη Κεραμιδά. Τον άνθρωπο που το 1970  είχε βάλει το γκολ του Άρη στον τελικό Κυπέλλου και το σήκωσε και κάθε φορά που ο κυρ  Μανώλης ένιωθε  κοντά στην πόρτα της εξόδου, το κοπάναγε  στ’ αποδυτήρια.

 

Είπα «γκεσταπίτικη» προετοιμασία, γιατί τα βασανιστήρια που πέρναγαν οι πατριώτες στην κατοχή, ήταν απλά λίγο χειρότερα. Φεύγαμε από το γήπεδο της Τριανδρίας τρέχοντας πεντέμησι το απόγευμα για το Σέιχ Σου και γυρίζαμε κάπου τις εννιά και μισή το βράδυ. Αυτό ήταν το καλό. Το κακό ήταν ότι ενώ Αύγουστο μήνα τρέχαμε συνέχεια τόσες ώρες δεν μας έδινε νερό, παρά μας προμήθευε από μισό λεμόνι για να κόβει τη δίψα. Ήμασταν ένα στάδιο από το να βλέπουμε νερά στην έρημο σαν το Χρόνη Εξαρχάκο. Αν δεν υπήρχαν τα σαΐνια οι παλιοί, που όταν μάθαμε τις διαδρομές  πήγαιναν νωρίτερα και έβαζαν παγούρια με νερό σε ρίζες δένδρων, εκεί θα ήταν τα κόκκαλά μας. Τιμής ένεκεν θα αναφέρω τους σωτήρες μας, τον σημερινό προπονητή Γιώργο Ακριτόπουλο («πρόσφυγα» τον ξέρουν στη Σαλονίκη), τον Χρήστο Κωφίδη (ο μεγάλος αδερφός του Σάββα) και τον σημερινό προπονητή της Λάρισας Αλέκο Βοσνιάδη. 

 

Το ανέφερα γιατί  ακόμα κι αυτή την οδυνηρή εμπειρία, όταν βρεθούμε οι τότε συμπαίκτες,  την θυμόμαστε με νοσταλγία. Μάλιστα την επόμενη σαιζόν γίναμε Ευρώπη, διότι  ανέλαβε ο Καλαϊτζίδης και εκτός του ότι η κούραση γίνονταν απόλαυση, μετά τις πρωϊνές προπονήσεις μας περίμενε μία ώρα  φιλικής κουβέντας, συνοδευόμενη από τρίγωνα Πανοράματος,  τάρτες, μπουγάτσες και αναψυκτικά. Χαιρόμασταν  να ξυπνάμε και να πηγαίνουμε για προπόνηση.

 

Θα έλεγα είναι όλα όμορφα  στις προπονήσεις αυτής της εποχής για τους παίκτες, εκτός από το ότι στιγμιαία γυρίζει το μυαλό ανάποδα όταν  φτάνεις στα όριά σου και αναρωτιέσαι πόσο μ@λ@κ@ς είσαι να τραβάς τέτοιο ζόρι. Στο διά ταύτα, αν δικαιούμαι να πω μια κουβέντα στα παιδιά που σήμερα παίζουν μπάλα, αυτή η κουβέντα  είναι να τα δίνουν όλα στις προπονήσεις, να το απολαμβάνουν και να θυμούνται πως πολλά άλλα πράγματα θα τα ζουν μέχρι και τα γηρατειά, όμως τα όσα «υποφέρουν» στην προετοιμασία με τις ομάδες και τους συμπαίκτες τους, δυστυχώς,  σε λίγα χρόνια δεν θα μπορούν να τα ξαναζήσουν.