Ο Τομανέ (πλήρες όνομα António Manuel Fernandes Mendes) ήλθε στον Παναιτωλικό τον Ιούνιο του 2016 για να αγωνισθεί τρία χρόνια, αλλά τελικά αποχώρησε πολύ νωρίς κι αργότερα τον είδαμε να αγωνίζεται στο Champions League! Σε πρόσφατη συνέντευξή του μίλησε για την εμπειρία που είχε στο Αγρίνιο και ουσιαστικά εξαπέλυσε μύδρους κατά της Π.Α.Ε. Παναιτωλικός, αναφέροντας παράλληλα σχετικά καλές εντυπώσεις για την πόλη.

 

 

Αρχικά ο Πορτογάλος εξιστόρησε πως είχε λάθος πληροφόρηση για τον Παναιτωλικό: “Είχα συμβόλαιο με τη Βιτόρια, αλλά ήξερα ότι η επιστροφή δεν ήταν επιλογή. Ήθελα να μείνω στη Γερμανία γιατί ήμουν εκεί μόνο τέσσερις μήνες. Αλλά δεν ήταν δυνατό. Ο ατζέντης μου μού παρουσίασε μια κατάσταση στην Ελλάδα, έναν σύλλογο που δεν ήξερα και που είχε σχέδιο να αγωνιστεί για το Γιουρόπα Λιγκ. Πήγα, αλλά τα πράγματα δεν πήγαν καλά, δεν ήταν αυτό που περίμενα. Ταξίδεψα με τον Cristiano, τον Miguel Rodrigues και τον Luís Rocha. Αυτό βοήθησε επίσης στην απόφαση να πάω. Το πρώτο πράγμα που μου είπε ο Κριστιάνο στο αεροδρόμιο ήταν: «Ξέρεις πού πας;». Έλεγα: «Αν ξέρω πού πάω! Τότε?"; «Κοίτα, αυτό το κλαμπ δεν είναι αυτό που νομίζεις». Ο Κριστιάνο είχε ήδη πάει εκεί τον προηγούμενο χρόνο. Απάντησα: «Αυτό που μου είπαν είναι ότι είχαμε μια ομάδα που επρόκειτο να παλέψει για τις πρώτες θέσεις». Σύντομα όμως μείωσε τις προσδοκίες του: «Ο στόχος είναι να μην πέσει Κατηγορία και αυτός ο σύλλογος δεν πληρώνει στην ώρα του, έχει όλες τις δυσκολίες, που είναι φυσιολογικές στην Ελλάδα, αλλά αυτός ο σύλλογος έχει περισσότερες». Ήμουν λίγο πίσω, πριν ταξιδέψω σκέφτηκα: «Τι έκανα;». Η αλήθεια είναι ότι έχουν ένα πολύ καλό συγκρότημα, η πόλη είναι μικρή, δεν είναι σαν την Αθήνα, αλλά η ζωή ήταν φυσιολογική, δεν ήταν αυτό το πρόβλημα. Άρχισα να καταλαβαίνω την πραγματικότητα του συλλόγου όταν έφτασα και είδα ότι τα πράγματα δεν ήταν όπως μου είχαν πει”.

 

 

Τα λερωμένα... τ’άπλυτα

Στην συνέχεια ο Τομανέ εξηγεί περισσότερα πράγματα και κάνει μια αναφορά στο πλύσιμο των ρούχων. Αναφορά σε γεγονότα που φαντάζουν εξωφρενικά στο ευρύ κοινό, όχι όμως και σε όσους ξέρουν πρόσωπα, πράγματα, ισορροπίες και ιδιότητες εντός της ομάδας. Είπε: “Οι καθυστερημένοι μισθοί και ο στόχος τελικά ήταν να μην πέφτουν Κατηγορία, όπως είναι ακόμα και σήμερα. Δεν ήταν επαγγελματίες. Έγιναν πράγματα, ακόμα και με την ίδια την γκαρνταρόμπα, που δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου. Σαν να έπρεπε να πλύνουμε μόνοι μας τα μπόξερ μας επειδή αρνήθηκε. Δεν μιλάμε για τους προσωπικά μπόξερ, αλλά αυτά που διέθεσε ο σύλλογος, τους προπονητικούς. Υπήρχε μια στιγμή που είχαμε μια μικρή ενόχληση εξαιτίας αυτού”. Κι αφού ο δημοσιογράφος χαρακτηρίζει κακόγουστα τα παραπάνω, ο Τομανέ συνέχισε: “Εμείς, οι Πορτογάλοι, μέναμε περισσότερο στο σπα, κάνοντας το μπάνιο μας ήσυχοι και δεν άρεσε και πολύ στον άνθρωπο της γκαρνταρόμπας γιατί ήθελε να φύγω όσο πιο γρήγορα γινόταν. Καθώς δεν ήθελε να πλύνει τα μποξέρ του, και αν δεν κάνω λάθος και τις κάλτσες, ήταν μια μέρα που εγώ, ο Κριστιάνο, δεν θυμάμαι αν το έκανα και ο Μιγκέλ, πήραμε όλα τα ρούχα που έβαλαν οι παίκτες. στα καλάθια και απλώστε τα στο πάτωμα του λουτρού. Δεν καταλάβαμε πώς ήταν δυνατόν σε έναν επαγγελματικό σύλλογο να πρέπει να πλένεις τα προπονητικά σου μποξέρ. Είναι πράγματα του συλλόγου”.

Η επόμενη μέρα, όπως την περιγράφει, έχει και το καλαμπούρι της για τους Αγρινιώτες που μπορούν να... φανταστούν τις εικόνες: “Την επόμενη μέρα είχε αυτό το πρόσωπο που είχε πάντα, συνοφρυωμένο. Αλλά ήξερα ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτα. Τι επρόκειτο να κάνω; Έπρεπε να τακτοποιήσω και να σιωπήσω. Μιλήσαμε με τον αθλητικό διευθυντή. Μας ζήτησε όμως να μην κάνουμε κάτι άλλο για να μην χάσει τη δουλειά του γιατί η Ελλάδα περνούσε σοβαρή κρίση”.

Για τους Έλληνες, όπως τους γνώρισε στο Αγρίνιο, και τη ζωή στην πόλη σχολίασε: “Δεν διαφέρουν πολύ από εμάς. Τους αρέσει η ζωή, περνούν τον περισσότερο χρόνο τους στο καφέ. Κοιμούνται τη σιέστα. Δεν βλέπεις κανέναν στην πόλη την ώρα της σιέστας. Και είναι στο καφενείο όλο το απόγευμα, δεν ξέρω πώς να το διαχειριστούν. Είχαμε κάποιες παραλίες κοντά και πηγαίναμε συχνά εκεί. Νομίζω ότι αυτό μας έσωσε. Ήμασταν τέσσερις Πορτογάλοι και δύο Αργεντινοί, ήμασταν πάντα μαζί, τρώγαμε μεσημεριανό, δείπνο και περνούσαμε αυτές τις δυσκολίες...



Στην Ελλάδα έμεινε μόνο τέσσερις μήνες και για το χρονικό της αποχώρησης είπε: “Με μισθούς σε καθυστέρηση, μίλησα με τον ατζέντη μου, του είπα ότι δεν πίστευα ότι αυτό που είχε συμβεί ήταν σωστό. Είπε ότι τον είχαν ξεγελάσει, αλλά δεν το είδα με καλό μάτι, γιατί ο Κριστιάνο ήταν εκεί από την προηγούμενη χρονιά, οπότε έπρεπε να ξέρω κι εγώ τι γινόταν στο κλαμπ. Από εκεί και πέρα μίλησα με τους Έλληνες, είπα ότι δεν είμαι χαρούμενος και ότι θέλω να φύγω. Όταν πήρα αυτή την απόφαση, δεν υπήρχε γυρισμός. Όταν νομίζω ότι δεν είμαι καλά, αν πρέπει να φύγω, φεύγω. Προσπάθησα να τους εξηγήσω και κατάλαβαν ότι δεν ήταν καλό να μείνει ένας παίκτης που δεν ήταν ευχαριστημένος”.

 

Σε μια ερώτηση, μάλιστα, για το τι έχει μετανοιώσει στη καριέρα του, απάντησε: “Περισσότερο που πήγα στην Ελλάδα. Το μετάνιωσα πάρα πολύ”.