ΟΙ ΕΠΤΑΕΤΙΕΣ θεωρούνται συνήθως οριακό χρονικό διάστημα και συχνά με τη συμπλήρωσή τους συμβαίνουν πολλές αλλαγές. Συχνότερα δε, η επταετία προσφέρεται για απολογισμούς και με την ευκαιρία της συμπλήρωσης επτά χρόνων της διοίκησης Κωστούλα, σχεδόν επιβάλλεται ο απολογισμός. Αυτό θα επιχειρηθεί από δημοσιογραφικής πλευράς και από τέτοια οπτική γωνία, στο παρόν κείμενο. Με περισσότερο επικριτική διάθεση και άκρως ποδοσφαιρική και λιγότερο με αναφορές στα αυτονόητα επιτεύγματα, που τόσο εξυμνήθηκαν απ’ όλους μας.

ΓΥΡΙΖΟΝΤΑΣ στο καλοκαίρι του 2005, θα θυμηθούμε την εμφάνιση του Κωστούλα σαν «λαχείο» για τον Παναιτωλικό, καθώς, παρά την όποια λογική καχυποψία για το άγνωστο, επικράτησε η λογική «ο βρεγμένος δεν τη φοβάται τη βροχή». Οι άμεσες εργασίες και βελτιώσεις στο γήπεδο, το κάλεσμα σε οικογένειες και τα μετρημένα βήματα αγωνιστικά άφηναν πολλές προσδοκίες. Η παρουσία του Στάθη Σταθόπουλου, που δεν σνόμπαρε και χαίρονταν αυτό που ζούσε στο Αγρίνιο, έδινε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση – όσο κι αν υπήρχαν οι «φωνές» που έλεγαν ότι η πρώτη χρονιά ήταν ευκαιρία για άνοδο.

Ο ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟΣ ήταν ο πρώτος και τελευταίος προπονητής της διοίκησης Κωστούλα, που είχε πραγματικά τα ηνία στα χέρια του. Ο Μπελεβώνης εκείνη την εποχή δεν υπήρχε στο προσκήνιο και έγινε αποδεκτός σε σημαντικό βαθμό, λόγω των γνώσεων για τη τοπική κοινωνία (από την Αστυνομία) και το πέρασμά του από το τοπικό ποδόσφαιρο ως παίκτης. Μέχρι εκεί που έφταναν τότε οι εξουσίες του, δεν υπήρχαν ενστάσεις και αντιδράσεις, μα περισσότερο θετικές απόψεις. Ο Πάνος Μπεσίνης, εντελώς άγνωστος ποδοσφαιρικά, δεν απασχόλησε κανέναν το πρώτο διάστημα, όπως και ο Λίτσας μετέπειτα.

 

Προς το χειρότερο


ΣΗΜΑΔΙΑΚΗ σεζόν ήταν η δεύτερη του Κωστούλα. Τότε άλλαξαν πολλά. Μόνο που το ενθουσιώδες ξεκίνημα δεν είχε καμία σχέση με το κακό τέλειωμα που σημάδεψε για πάντα το μέλλον αυτής της Διοίκησης. Τα χαμηλωμένα κάγκελα έκαναν αίσθηση, ήταν όμως περισσότερο τόλμη παρά επίτευγμα. Διότι μπορεί το «κλουβί» να είχε παραδοσιακά ένταση, αλλά όχι πολλές ακραίες πράξεις βίας – βέβαια έτσι στη πορεία έχασε και τη φυσιογνωμία της «καυτής» έδρας. Αν μη τι άλλο, εικόνες σαν κι αυτές με την Ηλιούπολη ήταν μετρημένες στα δάκτυλα του ενός χεριού, στη πρότερη ιστορία του Παναιτωλικού. Στα επεισόδια αυτά η Διοίκηση της ομάδας είχε την πρώτη σημαντική φθορά στα μάτια των φιλάθλων. Αντί να αναλογιστεί ότι αιφνιδιάστηκε από τις μεθοδεύσεις του αντιπάλου και να γίνει σοφότερη, προτίμησε να ρίξει ευθύνες σε φιλάθλους, τραυματιοφορείς και δημοσιογράφους. Χάριν της… δικαίωσης, ακόμα και στο δικαστήριο η ΠΑΕ Παναιτωλικός δεν απέδωσε ευθύνες στην Ηλιούπολη. Πάντως άρχισε να φαίνεται η αδικαιολόγητη μυστικοπάθεια και εσωστρέφεια που γίνονταν βασικό χαρακτηριστικό, αν όχι προϋπόθεση για τον Παναιτωλικό που χτίζονταν.

ΑΛΛΑΓΕΣ σε υπέρτατο βαθμό έφερε και η απομάκρυνση του Σταθόπουλου, νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 2006. Ο εκπαιδευόμενος μέχρι τότε Μπελεβώνης έγινε ο δεξί χέρι του Κωστούλα και έπαιρνε αποφάσεις. Σε βαθμό μάλιστα που μπορούσε να ασκήσει βέτο σε μεταγραφή που πρότεινε ο Γεωργαμλής (του Αναστασάκου), επειδή εκείνος νωρίτερα είχε «κόψει» μεταγραφή που προώθησε ο Μπελεβώνης (του Λίτμπερε). Έκανε «μπαμ» ότι κάτι άλλαζε στην ομάδα, αλλά τότε δεν ήταν εύκολο να καταλάβει κανείς λεπτομέρειες. Αυτό που συνέβαινε ήταν ότι έπαιρναν σημαντικές αποφάσεις άνθρωποι που δεν γνώριζαν το αντικείμενο. Αυτή δε η ανασφάλεια τους οδηγούσε σε άνευ λόγου ρήξεις με τους φιλάθλους. Περίτρανη απόδειξη, ως παράδειγμα, η αναίτια ρήξη με τη ΛΕ.ΦΙ.ΠΑ. με την οποία ποτέ δεν αποκαταστάθηκαν οι σχέσεις. Αυτό, παρότι οι άνθρωποι αυτής της Λέσχης ήταν ανέκαθεν υπέρμαχοι του πολιτισμένου κλίματος που πρέσβευε ο Κωστούλας. Είχαν όμως και μειονεκτήματα… Το βασικό ότι διέθεταν άποψη και μάλιστα σοβαρή, το άλλο ήταν η υποψία ότι αν ο πρόεδρος έψαχνε ποτέ νέους συνεργάτες, στη ΛΕ.ΦΙ.ΠΑ. μπορούσε πιθανόν να βρει κάποιους - και καλύτερους από τους υπάρχοντες. Με το Σ.Φ.Π. τα «μαχαίρια» ήταν πάντα στο ζωνάρι. Όσο για τη «Θύρα 6» απλά βόλευε η καλή σχέση, αλλά ποτέ δεν απέκτησε βάθος και ποτέ δεν έγινε στέρεα παρά τις προσπάθειες των οργανωμένων. Άλλωστε η απαξίωση για τον προ Κωστούλα Παναιτωλικό, ήταν πάντα έντονη στους συνεργάτες του και τον ίδιο και το επιβεβαίωσε η πρόσφατη συνέντευξη του προέδρου.

ΤΡΑΓΙΚΟ το κλείσιμο της δεύτερης χρονιάς, αλλά δεν έμελλε να το βελτιώσει η τρίτη. Η ομάδα δεν δικαίωσε τις προσδοκίες αγωνιστικά, ούτε τη δεύτερη ούτε τη τρίτη χρονιά. Συνεχίζονταν όμως η νοοτροπία των διοικούντων να βλέπουν εχθρούς και προβοκάτσιες (συγκεκριμένου προσώπου η λέξη), συνήθως εκεί που δεν υπήρχαν: αυτό ήταν και το χειρότερο, αυτό δεν είχε ποτέ καμία σχέση με το ποδόσφαιρο. Ο τρόπος διωγμού του Σηφάκη την τρίτη χρονιά, εκφύλιζε το πολιτισμένο ποδοσφαιρικό προφίλ και οι «βόμβες» του Βασιλείου έδιναν ακόμα πιο μελανά χρώματα στον τρόπο λειτουργίας της ομάδας. Ακόμα και να μην ήθελε κανείς να αποδεχθεί τα καταγγελλόμενα, η ίδια η εικόνα της ομάδας δεν άφηνε περιθώρια. Εκείνη τη σεζόν, τρίτη συνεχόμενη με αποτυχία για άνοδο, ακούσαμε ξανά – θυμίζω- πως δεν έγιναν διοικητικά λάθη και πως ο Μαραγκός ήταν καλός προπονητής. Ζήσαμε παιχνίδια όπως στη Θήβα, που έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη όσων το παρακολούθησαν για τον τρόπο που δεν κερδήθηκε. Σε βαθμό μάλιστα που όταν την επόμενη χρονιά ρωτούσα επίμονα το Μπελεβώνη πριν το ματς στα Γρεβενά αν θα κερδίσουμε, μου απάντησε «αν γίνει σαν τη Θήβα δεν θα κερδίσουμε». Δείγμα του φόβου που είχε φωλιάσει απέναντι σε αδύναμους αντιπάλους και χωρίς βαθμολογικό ενδιαφέρον, όπως θα ήταν και ο Πυρσός.

 

 

Ελπιδοφόρα μεταστροφή


Ο ΚΛΟΙΟΣ έσφιγγε από την λαϊκή κατακραυγή μετά το τέλος της σεζόν 2007-08 και άρχισε μια ελπιδοφόρα μεταστροφή της ΠΑΕ σε θέματα νοοτροπίας, απέναντι στη κριτική φιλάθλων και δημοσιογράφων. Η παρουσία του Θανάση Μέντα βοήθησε σ’ αυτό, μα σίγουρα δεν θα βρίσκονταν στη ΠΑΕ, αν δεν υπήρχε γενικότερη διοικητική διάθεση για αλλαγή πλεύσης. Ο Μέντας έκανε δουλειά στο τοπικό επικοινωνιακό κομμάτι, βοηθούμενος μάλιστα και από άλλες ενέργειες της ΠΑΕ, όπως η αξιοποίηση κάποιων από τους παλαίμαχους. Αλλά και η συγκαταβατικότητα των διοικούντων στις αντιδράσεις των φιλάθλων έδειχνε σταδιακά την θετική μεταστροφή, παρότι στην «πρώτη» είχαμε «ντου» του Κωστούλα στους οργανωμένους για ένα πανό. Δεν είναι κακό να ομολογηθεί πως αρκετοί δημοσιογράφοι μπροστά στο ενδεχόμενο αποχώρησης του Κωστούλα, παραβλέπαμε αρκετά στραβά εκείνη τη σεζόν. Αποδείχθηκε τότε, μετά το ματς στην Πρέβεζα, πως ήταν ένα βήμα από την αποχώρηση. Εδώ θα σημειώσω ως παρένθεση, ότι τότε ο Κωστούλας κακώς τα «έβαλε» με τον ΠΑΣ Πρέβεζα, αλλά έπρεπε να τα βάλει με τη δική του ομάδα, όπως έκανε πρόσφατα με το Λεμονή (γιατί μόνο αυτόν;) για τα παιχνίδια με ΑΕΚ και ΟΦΗ. Η ομάδα που παρουσίασε ο Παναιτωλικός στο πρωτάθλημα εκείνο ήταν, γενικότερα, αποκαρδιωτική για τους φιλάθλους. Όμως στήριζαν όπως και οι δημοσιογράφοι, γιατί κάτι περίμεναν. Πάντως δικαιώθηκαν και η σεζόν τελείωσε επικά με το πολυσυζητημένο 6Χ6 τις τελευταίες αγωνιστικές και κυρίως με το αξέχαστο μπαράζ της Νέας Σμύρνης.

 

Η καλύτερη περίοδος


Ο ΠΑΝΑΙΤΩΛΙΚΟΣ είχε ξεκολλήσει από τη Γ΄ Εθνική, υπήρχε η προσδοκία νέας ανόδου άμεσα, αλλά έγινε σεβαστή η παρότρυνση του προέδρου «να απολαύσουμε τη σεζόν». Ήταν η πιο ήρεμη περίοδος. Οι αμφισβητήσεις λίγες και γίνονταν ακόμα πιο ασήμαντες από τη διοικητική στωικότητα και μια διαφαινόμενη μεταστροφή προς πιο ταπεινές νοοτροπίες. Η διαλλακτικότητα προς τον κόσμο της ομάδας έφτασε σε ενθαρρυντικά επίπεδα και όλα φαίνονταν να αλλάζουν.

 

ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ της σεζόν 2009-10 ήταν η σύμπνοια με την οποία ξεκίνησε η επόμενη, που έφερε και την άνοδο. Οι «σκόπελοι» ξεπεράστηκαν, τα λάθη μπορεί να μην έλειψαν, όμως ο Παναιτωλικός είχε αρχίσει να «μυρίζει» ποδόσφαιρο για τα καλά. Μεγάλη μπουκιά φάε, μεγάλο λόγο μη λες… Η έλευση Τεννέ και η ευελιξία του να εισχωρεί στα διοικητικά, σε άλλους δημιούργησε φόβους και σε άλλους άνοιξε ορέξεις. Όχι πως ευθύνονταν αυτός, απλώς έγινε το έναυσμα να βγουν πράγματα που προϋπήρχαν. Πάντως η αγωνία για την άνοδο άφηνε στην άκρη τα υπόλοιπα, όχι για όλους όμως, όπως αποδείχθηκε. Ο Μπελεβώνης που φάνηκε πρόσκαιρα αποδυναμωμένος, βρήκε τον τρόπο να επιστρέψει δριμύτερος το καλοκαίρι του 2011 και με περισσότερες εξουσίες από ποτέ. Με τον Τεννέ στο πάγκο, δύο καθοριστικά πράγματα συνέβησαν: η ομάδα απέκτησε μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και οι διαιτητές στον πονηρό δεύτερο γύρο δεν ήταν αρνητικοί απέναντί της, όπως στον πρώτο.

 

Η αυτοκαταστροφή


ΤΑ ΠΑΝΗΓΥΡΙΑ ήταν και δίκαια και φυσική αντίδραση, μόνο που στοίχησαν. Μέσα στη Διοίκηση τα κοστολόγησαν αλλιώς, ίσως πίστεψαν πως έγιναν οι πιο πετυχημένοι ποδοσφαιρικοί Παράγοντες, πως όλοι οι υπόλοιποι δεν μέτραγαν μπροστά τους, πως ο φίλαθλος κόσμος τους θεωρούσε αυθεντίες. Ποιος θα ξεχάσει πως οι βασικοί πρωταγωνιστές της ανόδου, οι πάικτες και ο προπονητής, περίμεναν καρτερικά επί πολλή ώρα να κατέβουν από το βάθρο της φιέστας οι διοικούντες και οι συν αυτώ; Ταυτόχρονα η μάχη της «καρέκλας» χόντρυνε. Κλείστηκαν ξανά στο καβούκι τους με νοοτροπία πολύ πιο αντιποδοσφαιρική από αυτή που πρόσφατα έδειξε, δημοσίως μάλιστα, ο πρόεδρος του Παναιτωλικού. Τα υπόλοιπα δεινά στον Σύλλογο ήρθαν μόνα τους…

ΠΡΩΤΟΓΝΩΡΗ η απόπειρα ορισμένων να ελεγχθεί ο Τύπος, αλλά δεν απέδωσε καθώς η ίδια η πραγματικότητα απεδείκνυε μέρα με τη μέρα πως ο Παναιτωλικός βάδισε σε δρόμους αυτοκαταστροφής. Πολλά τα δείγματα αυτής της απόπειρας, μικροπρεπή και ανάξια λόγου σε μια σοβαρή προσέγγιση για την υπόσταση ενός Παναιτωλικού. Όσο κι αν έγιναν προσπάθειες «παρακρατικών» να σπιλωθούν πρόσωπα που έλεγαν τα αυτονόητα, όσο κι αν πέτυχε αυτή η προσπάθεια σπίλωσης, η αλήθεια νίκησε. Ο Λεμονής που είπε πολλά διαπομπεύτηκε, όμως – ω, του θαύματος – ήταν καρμπόν όσων καταλόγιζε ο φίλαθλος και ο συνεπής δημοσιογραφικός λόγος.

ΠΕΤΥΧΕ πολλά αυτή η Διοίκηση στα επτά χρόνια, μα όχι όσα χρειάζονταν, όχι όσα όφειλε ως ανταπόδοση, και σε καμία περίπτωση όσα υποσχέθηκε. Άλλωστε, αν σταματήσει τώρα να γράφει η ιστορία για τα χρόνια του Κωστούλα, θα καταγράψει μια άνοδο «φωτοβολίδα» στη Super League και επιστροφή στη Β΄ Εθνική του 2012, που ίσως είναι χειρότερη από τη Γ΄ Εθνική του 2005. Ο Κωστούλας έβγαλε τον Παναιτωλικό απ’ την αφάνεια, όμως δεν έπιασε, ή δεν το άφησαν να πιάσει ποτέ το σφυγμό της ομάδας ούτε του ποδοσφαίρου. Χωρίς να το θέλει ομολόγησε μόνος του κάτι που δεν αποτελεί τιμή γι’ αυτόν και ίσως τον αδικεί. Ως μοναδικό δεινό για την ομάδα ανέφερε το ότι δεν θα ξαναβάλει ούτε ευρώ και όχι ότι θα της στερήσει τις ευεργετικές νοοτροπίες της Διοίκησής του, με το καθαρό ποδόσφαιρο. Κι όμως! Με βάση τα δικά του λεγόμενα θα έπρεπε να πιστεύει σ’ αυτά περισσότερο από κάθε τι άλλο.